βυθός

βῠθός, ,
A the depth, esp. of the sea, A.Pr.432 (lyr.), 2 Ep.Cor.11.25.
b generally, συνιζάνειν εἰς β. sink to the bottom, Thphr.Od.29: metaph.,

ἐξ οὐρίων δραμοῦσαν ἐς βυθὸν πεσεῖν S.Aj.1083

;

ἀνακουφίσαι κάρα βυθῶν Id.OT24

; ἐκ βυθοῦ κηκῖον αἷμα from the deep wound, Id.Ph.783;

καταφέρεσθαι εἰς β. Arist.HA619a7

, etc.; τὴν ἀναφορὰν ποιησάμενος ἐκ τοῦ β. ib.622b7; ἐν τῷ β. τῆς θαλάττης ib.537a8: metaph., ἐν βυθῷ ἀτεχνίης in the depth of . . , Hp.Praec.7;

ἐν β. ἡ ἀλήθεια Democr.117

;

εἴς τινα β. φλυαρίας ἐμπεσών Pl.Prm.130d

;

ἀθεότητος Plu.2.757c

; ὑπέρκοσμος β. abyss,
Dam.Pr.106,205.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • βυθός — the depth masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βυθός — Ορεινός οικισμός (υψόμ. 980 μ., 184 κάτ.) στην πρώην επαρχία Βοΐου του νομού Κοζάνης. Βρίσκεται προς τα ΝΔ του νομού, στις νοτιοανατολικές πλαγιές του Βοΐου όρους. Υπάγεται στην κοινότητα Πενταλόφου. Παλαιότερα (έως το 1928) ονομαζόταν Ντόλος. *… …   Dictionary of Greek

  • βύθος — Ορεινός οικισμός (υψόμ. 980 μ., 184 κάτ.) στην πρώην επαρχία Βοΐου του νομού Κοζάνης. Βρίσκεται προς τα ΝΔ του νομού, στις νοτιοανατολικές πλαγιές του Βοΐου όρους. Υπάγεται στην κοινότητα Πενταλόφου. Παλαιότερα (έως το 1928) ονομαζόταν Ντόλος. *… …   Dictionary of Greek

  • βύθος — το 1. ο βυθός: Σκύψε να δεις τη ρίζα σου στης θάλασσας τα βύθη (A. Βαλαωρίτης). 2. ο λήθαργος, το κώμα: Χάθηκε κάθε ελπίδα για τον άρρωστο, γιατί έπεσε σε βύθος …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • βυθός — ο 1. ο πυθμένας, ο πάτος της θάλασσας, λίμνης, ποταμού: Ο βυθός της λίμνης ήταν γεμάτος υδρόβια φυτά. 2. τα βαθύτερα στρώματα του νερού της θάλασσας: Ψάρια του βυθού (αντίθ. αφρόψαρα) …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • βυθός — [витое] ουσ. а. дно, глубина, бездна моря …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • βυθοί — βυθός the depth masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βυθούς — βυθός the depth masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βυθέ — βυθός the depth masc voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βυθόν — βυθός the depth masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Gnosticism — This article is part of a series on Gnosticism History of Gnosticism …   Wikipedia

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.